Προσωρινά... Συνταξιούχος
Ήταν δυσκολα, το καλοκαίρι εκείνο, κι αυτο ήταν σαν καταρράκτης, παγιδα διελκυστίνδας που σε τραβολογάει μπρος πισω. Μόνο αν αποφασίσεις να βγεις από το θολό τοπίο του πλανου που στράβωσε μια μέρα και κάηκε το συμπαν σου, αμα πεις... "Πάμε... Πιο περα... Πρεπει να βγω από τη θλίψη του σπιτιου και του μυαλου, δεν με κρατάει το σπίτι..". Μόνο τοτε μπορεί να πας μαζί με το μυαλό και τη ζωή πιο περα.
Από το γραφείο έπρεπε να φυγω αλλιως θα αναχωρουσα από τον ίδιο μου τον εαυτό , μαζεψα στυλό, συνδετηρες μπλάνκο κι απλά τους ειπα ένα πρωινο "Αντε γεια. "
Κι έπειτα έγινε ξαφνικά η ζωή μου προσωρινα συνταξιουχου. Κοιταζα μόνο το ταβανι, την κατσαρίδα στο ταβανι, παλι το ταβανι και περιμενα να βγει η κατσαρίδα στο ταβανι. Αν δεν έβγαινε ανησυχουσα όχι γι αυτή, για τις σκέψεις που περνανε σειρά αντί να μετράω τα βήματα της.
Μετά εκείνη μου είπε βγες γιατί αν δεν βγεις θα σε πλακωσει το σπίτι κι εσυ θα πλακωσεις αυτό κι αυτό δεν έχει τελειωμό...κι έτσι ώσπου να παρει η ζωή ξανά τη ρότα της - η ζωή παντα βρίσκει τη ρότα της- έπινα προσωρινα τον πιο φτηνό ελληνικό καφέ στο πιο ακριβό καφενείο του Συντάγματος, παρεα με λουκουμι τριαντάφυλλο..
Κι από τότε δεν έφαγα ξανά λουκουμι, ούτε και γλυκο τριαντάφυλλο.

Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
ΑπάντησηΔιαγραφή